καταβαρής


καταβαρής
κατα-βαρής, ές, sehr schwer; πλοῖα καταβαρῆ, schwer beladen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καταβαρής — καταβαρής, ές (AM) βαριά φορτωμένος, κατάφορτος («καταβαρεῑς νῆες», Δίων Κ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βαρής (< βάρος), πρβλ. αμφι βαρής, υπερ βαρής] …   Dictionary of Greek

  • καταβαρής — heavy laden masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρῆ — καταβαρής heavy laden neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) καταβαρής heavy laden masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) καταβαρής heavy laden masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρές — καταβαρής heavy laden masc/fem voc sg καταβαρής heavy laden neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρεῖ — καταβαρέω weigh down pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) καταβαρέω weigh down pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) καταβαρέω weigh down pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) καταβαρέω weigh down pres ind act 3rd sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρεῖς — καταβαρέω weigh down pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) καταβαρέω weigh down pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) καταβαρής heavy laden masc/fem acc pl καταβαρής heavy laden masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάρος — Η δύναμη με την οποία η Γη έλκει προς αυτή τα σώματα. Το β. προέρχεται από τη δύναμη της παγκόσμιας έλξης που ασκείται μεταξύ της Γης και ενός σώματος. Έτσι και η Γη υφίσταται μια έλξη από μέρους του σώματος, ίση και αντίθετη από αυτή που ασκεί η …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.